διαπίτναμι
διαπίτναμι, throw open
διαπίτναμι
- 1throw open cf. ἀναπίτναμι. διαπεπ[τ]α[νται (sc. πύλαι ?: supp. Sandys) Δ. 2. 4.
διαπίτναμι, throw open