διαπορία
διαπορία, question, problem
problema, dificultad
πρὸς ... τὴν διαπορίαν τοσαῦτα εἰρήσθω
διαπορίας καὶ τοῖς ἀγαθοῖς ἰατροῖς παρέχει
Διαπορίαι
tít. de una obra de Epicuroπολλὴν διαπορίαν οὐκ ἐπεδέχετο τὸ σκέμμα
• διαπορίαν ἔχειν producir problemas, ser confuso
ὁπότερον δὲ ποτέρου προτάττειν ἢ ὑποτάττειν χρή, ἔχει διαπορίαν
δι·απορία, ας (ἡ) embarras, incertitude, Plut. M. 1095c ; Epic. (DL. 10, 2).
διαπορία, ἡ, Zweifel, DL. 10.27, 119 ; Plut.