διαπόρευσις Save LSJ DGE Pape διαπόρ-ευσις, εως, ἡ, gloss on διαπορεία, Suid. διαπόρευσις -εως, ἡ travesía glos. a διαπορεία Sud., Anecd.Ludw.207.5. διαπόρευσις, ἡ, das Durchreisen, Suid.