διαπρακτικός
διαπρακτικός, effective, operative
διαπρακτ-ικός, ή, όν,
- effective, operative, Dam. Pr. 34.
capaz de acción, efectivo
καὶ πῶς διαπρακτικὸν τὸ ἕν
διαπρακτικός, effective, operative
capaz de acción, efectivo
καὶ πῶς διαπρακτικὸν τὸ ἕν