διαπρακτέος
διαπρακτέος, practicable
διαπρακτ-έος, α, ον,
- practicable, Isoc. Ep. 6.8.
que debe ser realizado
τί τῷ λόγῳ ... διαπρακτέον ἐστίν
διαπρακτέος, α, ον, praticable, Isocr. 419c.
Étym. vb. de διαπράσσω.