διαπόρησις
διαπόρησις, doubting, perplexity
διᾰπόρ-ησις, εως, ἡ,
- doubting, perplexity, ὑπέρ τινος Plb. 28.3.6; εἰ δεῖ . . Id. 35.5.1.
1 duda, incertidumbre
διαπόρησιν ἦγον ὑπὲρ τοῦ ...
ἀναφέρει τῷ θεῷ τὴν διαπόρησιν
μοι τὴν τοιαύτην διαπόρησιν ἔλυσεν ἡ ἱστορία
δ. δ' ἐστίν, ὅταν περὶ ἑνὸς πράγματος δύο ἢ καὶ πλείονας ἐννοίας ἔχωμεν
αἱ διαπορήσεις δὲ αἱ ἐν τοῖς σχετλιασμοῖς βαρύτητα ἔχουσιν
2 disparidad de opinión, controversia
ἐν δὲ τῇ περὶ αὐτῶν διαπορήσει τοιάδε λέγομεν
3 apuro, turbación
τῶν αἰδουμένων
διαπόρησις, εως (ἡ) embarras, doute, Pol. 28, 3, 6 ; t. de gr. Dysc. Adv. 534, 16.
Étym. διαπορέω.
διαπόρησις, ἡ, Verlegenheit, Zweifel, Pol. 28.3 u. Sp.