διαπορίζω
διαπορίζω, furnish, render
διαπορίζω,
- furnish, render, POxy. 977 (iii A. D.).
entregar, pagar
τὰς προκ(ειμένας) δραχ(μάς) ὀκτακοσίας
διαπορίζω, furnish, render
entregar, pagar
τὰς προκ(ειμένας) δραχ(μάς) ὀκτακοσίας