διαπρεπής
διαπρεπής, eminent, distinguished, illustrious
- distinguished, νᾶσος Pi. I. 5(4).44; ἀρετή Th. 2.34; ἐσθῆτι καὶ κόσμῳ δ. Democr. 195, cf. E. Supp. 841, IA 1588; γυναικομίμῳ μορφώματι Id. Antiop. iiA 7 A.; τὸ δ. magnificence, Th. 6.16. Adv. -πῶς magnificently, σκηνὴ δ. κεκοσμημένη Plu. Alc. 12; δ. ἀγωνίσασθαι Id. Mar. 28, J. BJ 7.1.2 (Comp.): Sup. -πέστατα D. 50.7.
1 que se distingue, notable, sobresaliente, magnífico
νᾶσος
ἀρετή
διαπρεπεῖς τότ' ἐγένοντο Φρύγες
(γυνή)
ἄλσος
ἆθλα
φιλοστοργία
ἐξέδρα
ἄνδρες
• c. dat. de limitación
εἴδωλα ἐσθῆτι καὶ κόσμῳ διαπρεπέα
διαπρεπεῖς εὐψυχίᾳ
δ. τὴν θέαν
de admirable aspectoἐν ταῖς στρατιωτικαῖς ... παρασκευαῖς διαπρεπεῖς ὁρᾶσθαι καὶ κεκοσμημένους
• neutr. compar. como adv.
διαπρεπέστερον ἀγωνισάμενοι
los que se habían distinguido más notablemente en la lucha
• sup. de manera muy superior
ἀγωνίσασθαι διαπρεπέστατα
κάλλιστα καὶ δ.
• subst. τὸ δ. magnificencia, grandeza Th.6.16.
2 adv. -ῶς espléndidamente, magníficamente
ἔθαψε δὲ αὐτὸν ... δ.
σκηνὴ ... κεκοσμημένη δ.
• de manera muy notable
δ. ἀγωνίσασθαι
- 1illustrious τοῖσιν Αἴγιναν προφέρει στόμα πάτραν διαπρεπέα νᾶσον I. 5.44
- eminent, distinguished, illustrious, Thuc.; τινί or τι in a thing, Eur.; τὸ δ. magnificence, Thuc.