διαπρέπεια
διαπρέπεια, magnificence
διαπρέπ-εια, ἡ,
- magnificence, Aq. Ps. 28(29).2, al.
grandeza Aq.Ps.28.2.
διαπρέπεια, ας (ἡ) magnificence, Spt. Aqu. et Symm. Deut. 33, 17 ; Ps. 28, 2 ; 109, 3.
Étym. διαπρεπής.
διαπρέπεια, ἡ, die Pracht, LXX.