διαπρέσβευσις
διαπρέσβευσις, (reciprocal) embassy
διαπρέσβ-ευσις, εως, ἡ,
- = διαπρεσβεία, App. Gall. 18 (pl.); ἐς ἀλλήλους Id. Syr. 2.
embajada plu., App.Gall.18,
εἰς ἀλλήλους
διαπρέσβευσις, εως (ἡ) c. διαπρεσβεία, App. Celt. 18.
διαπρέσβευσις, ἡ, das Abschicken von Gesandten, App. Gall. 18.