Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαπρεσβεύω
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαπόρισμα
διαπορπακίζω
διαπορπάω
διαπορριπτέω
διαπόρφυρος
διαποστέλλω
διαποστολή
διαποσῴζω
διαποφεύγω
διαπραγματεύομαι
διαπραθέειν
διαπρακτέον
διαπρακτέος
διαπρακτέω
διαπρακτικός
διάπραξις
διάπρασις
διαπράσσω
διαπράτης
διαπράττω
διαπραΰνω
διαπρέπεια
διαπρεπής
Διαπρεπής
διαπρεπόντως
διαπρέπω
διαπρεπῶς
διαπρεσβεία
διαπρεσβεύομαι
διαπρέσβευσις
διαπρεσβεύω
διαπρήσσω
διαπρηστεύω
διαπρίζω
διάπριστος
διαπρίω
διαπρίωσις
διαπριωτός
διαπρίωτος
διαπρό
διαπροαιρέω
διάπροθι
διαπροθυμέομαι
διαπροστατεύω
διαπρύσιον
διαπρύσιος
διαπταίω
διαπτερνιστής
διαπτερόω
διαπτερύσσομαι
διαπτέρωσις
διαπτίσσω
διαπτοέω
διαπτόησις
διαπτοιέω
διάπτυξις
διάπτυσις
διαπτύσσω
διαπτυστήρ
διάπτυστος
διαπτύττω
…
διαπρεσβεύω
Save
Grieks Nederlands
δια-πρεσβεύω,
meestal med.,
gezanten rondsturen.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}