διαπρίζω
δια-πρίζω,
- = -πρίω, Paul.Aeg. 6.18:—Pass., Sor. 1.80; cf. διαπρίζει· διαπερᾷ, Hsch.
1 serrar
τὸ πρὸς τῇ κόρῃ μέρος αὐτοῦ ὥσπερ διαπρίζοντες ὑποδείρωμεν
ξύλα
• en v. pas. sufrir un corte
διαπριζομένου τοῦ σώματος
2 perforar Hsch.
δια·πρίζω (part. prés.) c. διαπρίω, Chrys. 1, 642.