διαφάδην
διαφάδην, openly
διαφάδην, Dor. -άδαν [φᾰ], Adv.
- openly, ὀνειδίσαι Sol. ap. Arist. Ath. 12.5, cf. Alcm. 23.56.
adv. abiertamente
λέγειν
ὀνειδίσαι
διαφάδην, od. διαφάνδην, offenbar, Poll. 6.207, bei Bekker ἀναφανδόν.