διαυλοδρόμης
διαυλοδρόμης, a runner in the δίαυλος
δῐαυλοδρόμ-ης, ου, ὁ,
- runner in the δίαυλος, Pi. P. 10.9.
διαυλο·δρόμης, ου (ὁ) coureur qui exécute la double course, Pd. P. 10, 14 (gén. pl. dor. -δρομᾶν).
Étym. δίαυλος, δραμεῖν.
διαυλοδρόμης, ὁ, der Wettläufer im δίαυλος, Pind. P. 10.9.
For Pindar, see also: διαυλοδρόμας
διαυλοδρόμης
διαυλο-δρόμης, ου,
δραμεῖν
- a runner in the δίαυλος, Pind.