διάφαυμα
διάφαυμα, daybreak
διά-φαυμα, ατος, τό,
- daybreak, PLond. 5.1684.4 (vi A.D.).
alba
περὶ τὸ δ.
op. ὄρθρος
πρὸ διαφαύματος
διάφαυμα, daybreak
alba
περὶ τὸ δ.
op. ὄρθρος
πρὸ διαφαύματος