διαύλειον Save DGE Pape διαύλειον v. διαύλιον. διαύλειον, τό, Suid., διαύλιον, Hesych. und Schol. Ar. Ran. 271, 1282 ; das Zwischenflötenspiel, ὅταν ἡσυχίας πάντων γενομένης ἔνδον ὁ αὐλητὴς ᾄσῃ.