διαυξάνω
διαυξάνω, spread out
διαυξάνω,
- spread out, Aët. 7.1.
extender, desarrollar
ἡ γὰρ φύσις τὰ ἀπ' ἐγκεφάλου καταφερόμενα νεῦρα ἐπὶ τὰς χώρας τῶν ὀφθαλμῶν ... διαυξάνασα
διαυξάνω, spread out
extender, desarrollar
ἡ γὰρ φύσις τὰ ἀπ' ἐγκεφάλου καταφερόμενα νεῦρα ἐπὶ τὰς χώρας τῶν ὀφθαλμῶν ... διαυξάνασα