διαφεγγής
διαφεγγής, pellucid
διαφεγγής, ές,
- pellucid: Adv. Comp., ὑέλου -έστερον ἀπαστράπτειν Luc. Am. 26.
luminoso como pred.
τὸ δ' ἄλλο σῶμα ... Σιδωνίας ὑέλου διαφεγγέστερον ἀπαστράπτει
ἄστρων διαφεγγεῖς μαρμαρυγὰς ὁρῶμεν
πυρὸς σέλατα, διαφεγγέα πάντῃ
δια·φεγγής, ής, ές (seul. cp. -έστερος) transparent, Luc. Am. 26.
Étym. διά, φέγγω.
διαφεγγής, ές, durchglänzend, ὑέλου διαφεγγέστερον ἀστράπτει Luc. Amor. 26.