διαυλοδρόμος
διαυλοδρόμος, running the δίαυλος
δῐαυλοδρόμ-ος,
- running the δίαυλος, IG 7.1772 (Thespiae), Liv.Ann. 3.146 (Thessaly): written δῐαυλαδρόμος CIG 2758 (Aphrodisias): metaph. of the cock, διὰ γὰρ τῆς αὐλῆς τρέχει interpol. in Artem. 4.22.
corredor del doble estadio
ἀνήρ
παῖς
• fig. c. falsa etim.
δ. ὁ ἀλεκτρυὼν γίνεται, διὰ γὰρ τῆς αὐλῆς τρέχει
διαυλο·δρόμος, ου (ὁ) c. le préc. Artém. 4, 24.
διαυλοδρόμος, im Diaulos wettlaufend, komisch, Artemid. 4.24, δ. ὁ ἀλεκτρυὼν γίγνεται· διὰ γὰρ τῆς αὐλῆς τρέχει.