διαφύσησις
διαφύσησις, exhalation
διαφῡσ-ησις, εως, ἡ,
- exhalation from the body, Arist. Pr. 908a17 (pl.).
- II distension by πνεῦμα, αἰδοίου Gal. 7.266.
1 aliento
ὥστε αἵ τε περιττώσεις ἄπεπτοι καὶ δυσώδεις αὐτῶν (τῶν ζῴων) εἰσὶν καὶ διαφυσήσεις ὁμοίως
2 henchimiento
ὁ ... πριαπισμὸς οἴδησίς τε καὶ δ. ... τοῦ τῶν ἀρρένων αἰδοίου
διαφύσησις, εως (ἡ) [ῡ] au plur. exhalaison, émanation, Arstt. Probl. 13, 4, 5.
Étym. διαφυσάω.
διαφύσησις, ἡ, das Durchblasen, die Ausdünstung, Arist. Probl. 13.4, im plur.