διαχάραξις
διαχάραξις, cleaving
διαχάραξις [χᾰ], εως, ἡ,
- cleaving, αὖλαξ . . δ. τοῦ ἀρότρου EM 170.33.
1 hendidura
αὖλαξ ... ἡ ... δ. τοῦ ἀρότρου
2
δ.· descriptio
διαχάραξις, cleaving
1 hendidura
αὖλαξ ... ἡ ... δ. τοῦ ἀρότρου
2
δ.· descriptio