διαχάσκω
διαχάσκω, to gape wide, yawn
διαχάσκω, aor. 2 -έχᾰνον: pf. -κέχηνα:—
- gape, yawn, Ar. Eq. 533, Thphr. HP 3.9.1, Plu. Sollert. 2.976b, 980b; ἀμφί, πρός τι, Agath. 2.32, 5.3.
1 abrirse
τῶν θ' ἁρμονιῶν διαχασκουσῶν
las junturas abriéndose fig. del poeta Cratino en decadenciaὁ ... τῆς παραλίας (πεύκης) στρογγύλος ... διαχάσκων ταχέως
σῦκον διαχάσκον πρὸ τοῦ πεπανθέναι
un higo que se abre antes de madurar
2 abrir la boca
οἱ δὲ κροκόδειλοι ... διαχανόντες παρέχουσι τοὺς ὀδόντας ἐκκαθαίρειν
ἀμφὶ ... τὰ ξένα καὶ παραλογώτερα τῶν ἀκουσμάτων διακεχηνότες
δια·χάσκω (seul. prés.) s’entr’ouvrir, Ar. Eq. 533 ; Th. H.P. 3, 9, 1.
διαχάσκω, = διαχαίνω ; Ar. Eq. 533 ; von Früchten, aufspringen, Theophr.
διαχάσκω
aor2, -έχανον
- to gape wide, yawn, Ar.