δικαιοπραγής
δικαιοπραγής, acting justly
δῐκαιοπρᾱγ-ής, ές,
- acting justly, PSI 1.76.5 (vi A. D.), Sch. Ar. Av. 1354, Suid. s.v. ἀντιπελαργεῖν.
que obra rectamente, de recta conducta
βασιλεία
τὸ εὐῶδες ... ὑμῶν δικαιοπραγὲς πρόβλημα
• neutr. compar. subst. sentido de la justicia
αὐτῆς τὸ μισοπόνηρον ἐν ἅπασι καὶ πολ[υμ]ελὲς αὐτῆς δικαι[ο]πραγέστερον
δικαιοπραγής, [ρᾱ], ές, gerecht handelnd, Suid.