δικαιοπράγημα
δικαιοπράγημα, a just or righteous action
δῐκαιοπρᾱγ-ημα, ατος, τό,
- just or righteous act, Ar. EN 1135a12, Chrysipp.Stoic. 3.73.
acción recta
τὸ δὲ δ. τὸ τὰ δίκαια πράττειν
δικαιοπράγημα, ατος (τὸ) [ῐᾱγ] action juste, Arstt. Nic. 5, 7, 7 ; Plut. M. 1041a.
Étym. δικαιοπραγέω.
δικαιοπράγημα, τό, gerechte Handlung ; Arist. Eth. 5.7 ; Plut. stoic.rep. 15.
δικαιοπράγημα
δῐκαιοπράγημα, ατος, τό,
from δῐκαιοπρᾱγέω
- a just or honest act, Arist.