δικαιοπραγητέον
δικαιοπραγητέον, one must deal justly
δῐκαιοπρᾱγ-ητέον,
- one must deal justly, Iamb. Protr. 21.ιθ.
hay que obrar rectamente Iambl.Protr.21.
δικαιοπραγητέον [ῐᾱ] vb. de δικαιοπραγέω, Jambl. Protr. 350.