δικαιωτήριον
δικαιωτήριον, a house of correction
- place of punishment, Pl. Phdr. 249a (pl.); place of judgement, Junc. ap. Stob. 4.53.35 (pl.).
- II = κριτήριον, Hsch.
I lugar de castigo
αἱ μὲν (ψυχαί) εἰς τὰ ὑπὸ γῆς δικαιωτήρια ἐλθοῦσαι
τὰ τούτων δικαστήριά τε καὶ δικαιωτήρια
en el Hades
II fig.
1 correctivo, castigo, condena gener. plu.
οὐ θείας κρίσεως δικαιωτήρια προσδοκῶντες
οἱ ... ποιηταὶ ... κρίσεις τε καὶ δικαιωτήρια ὑμνοῦντες
ἀθάνατα ... δικαιωτήρια
castigos inmortales, e.d. del infiernoδ. καὶ κρίσις
2 juicio emitido, sentencia
νομοθεσίας διαφόρου δικαιωτήρια
περὶ τοῦ θείου δικαιωτηρίου διδασκαλίαν
περὶ δικαίου καὶ θείου δικαιωτηρίου
Sobre lo justo y el juicio de Dios
- a house of correction, Plat.