About Report a problem

Menu

δικαιότης

δικαιότης, justice, righteousness (= δικαιοσύνη)

δῐκαι-ότης, ητος, ἡ,
  • = δικαιοσύνη, X. An. 2.6.26, Pl. Prt. 331b, Ph. 2.641, Plot. 4.7.8.

Saved

Recent