Δικαιοτέλης Save DGE Bailly 2024 Δῐκαιοτέλης -ους, ὁ Diceóteles argivo, hermano de Damón AP 7.548 (Leon.). Δικαιο·τέλης, ους (ὁ) [ῐ] Dikæotélès, h. Anth. 7, 548. Étym. δίκαιος, τέλος.