διορθεύω
διορθεύω, to judge rightly
διορθ-εύω, = sq., only in E. Supp. 417 μὴ διορθεύων λόγους not
- judging rightly of words.
dirigir correctamente fig.
πῶς ἂν μὴ διορθεύων λόγους ὀρθῶς δύναιτ' ἂν δῆμος εὐθύνειν πόλιν;
δι·ορθεύω, c. le suiv. Eur. Suppl. 417.
διορθεύω, = διορθόω, Eur. Suppl. 433 λόγους.
διορθεύω
fut. σω
- to judge rightly, Eur.