διοργίζομαι
διοργίζομαι, to be very angry
διοργίζομαι,
- to be very angry, Plb. 2.8.13; τινί LXX 3 Ma. 3.1 (v.l.), Plu. Ages. 6; διωργισμένος Phld. Ir. p.9 W.; διοργισθείς D.S. 14.14.
irritarse sobremanera, encolerizarse c. dat.
τοῖς κατὰ Αλεξάνδρειαν
διοργισθέντες ἐπὶ τῷ καταφρονεῖσθαι δοκεῖν
πρὸς τὴν μητέρα
ὑφ' ἐνὸς οἰκέτου
ἐπὶ πρόβατα
ὁ δῆμος διώργιστο
δι·οργίζομαι, s’irriter, Pol. 2, 8, 13 ; 4, 4, 4 ; DS. 3, 66 ; 14, 14 ; Plut. Ages. 6.
διοργίζομαι, pass., in heftigen Zorn geraten, Pol. 2.8.13 u. Sp., wie DS. 3.66 ; Plut. Ages. 6.