διφρίδιον Save LSJ DGE διφρ-ίδιον, τό, Dim. of δίφρος, EM 718.45 (pl.). διφρίδιον -ου, τό 1 carrito, EM 718.45G. 2 escabel glos. a θρανίον Sch.Ar.Ra.121D.