δυσαγκόμιστος Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape δῠσ-αγκόμιστος, δυσάγκρῐτος, poet. for δυσανακ-. δυσαγκόμιστος v. δυσανακόμιστος. δυσ·αγκόμιστος, v. δυσανακόμιστος. δυσαγκόμιστος -ον poët. voor δυσανακόμιστος. δυσαγκόμιστος, p. = δυσανακόμιστος, unwiederbringlich, Aesch. Eum. 252.