δυσαερία
δυσαερία, badness of air
δῠσ-ᾱερία, ἡ,
- badness of air, Str. 5.1.7, Cat.Cod.Astr. 2.161: pl., fogs, Str. 4.1.8.
1 insalubridad del aire
χειμῶνος γενομένου καὶ πολλῆς δυσαερίας
δυσαερίας ... καὶ νιφετῶν πλήθη οὐκ ἀγαθῶν, ἀλλὰ φθεροποιῶν
2 niebla
ὥστε μὴ καθορᾶσθαι μηδ' ἐγγὺς ἐν ταῖς δυσαερίαις
τὴν πάχνην τὴν γινομένην ἐν δυσαερίᾳ καὶ φθείρουσαν τοὺς καρπούς
δυσαερία, ας (ἡ) [ῠᾱε] insalubrité de l’air, Str. 213 ; au plur. Str. 184.
Étym. δυσάερος.
δυσαερία, [σᾱ], ἡ, schlechte Luft, Strab. 5.1.7.