δυσάθλιος
δυσάθλιος, most miserable
δῠσ-άθλιος, ον,
- most miserable, τροφαί S. OC 330, LXX 3 Ma. 4.4.
muy desgraciado
ὦ δυσάθλιαι τροφαί
ἐξαποστολή
οὐαῒ ἐμὲ δυσάθλιον
δυσ·άθλιος, ος, ον [ῠᾱ] cruellement malheureux, Soph. O.C. 330 (sel. d’autres, δὶς ἄθλ.).
Étym. δ. ἄθλιος.
δυσάθλιος, sehr unglücklich ; τρυφαί Soph. O.C. 331, u. Sp.
δυσάθλιος
δυσ-άθλιος, ον
- most miserable, Soph.