δυσαίνιγμα
δυσαίνιγμα, riddle of woe
δῠσ-αίνιγμα, ατος, τό,
- riddle of woe, Sch. E. Ph. 45.
enigma penoso
τὸ δ. τῆς Σφιγγός
δυσαίνιγμα, τό, Unglücksrätsel, Schol. Eur. Phoen. 45.
δυσαίνιγμα, riddle of woe
enigma penoso
τὸ δ. τῆς Σφιγγός