δυσδιόριστος
δυσδιόριστος, hard to delimit
δυσδι-όριστος, ον,
- hard to delimit, ἀπʼ ἀλλήλων S.E. M. 5.74; hard to distinguish, φαντασία ib. 7.416.
1 difícil de delimitar c. gen. o ἀπό y gen.
δ. ... τὸ κατὰ σμικρολογίαν πραττόμενον τοῦ κατ' οἰκονομίαν
ἀπ' ἀλλήλων ... αἱ τῶν ζῳδίων μοῖραι
de las partes del Zodíaco
• difícil de distinguir
φαντασία
ἡ κρίσις (τῶν παθῶν)
ἔχει ... τι δ. ἐν ἀρχῇ τὰ πάθη
2 difícil de definir
τὰ λεγόμενα
λόγος
δυσ·διόριστος, ος, ον, difficile à définir, Sext. M. 5, 74.
Étym. δ. διορίζω.
δυσδιόριστος, schwer zu definieren, Sext.Emp. adv. math. 7.416.