δυσδοκίμαστος
δυσδοκίμαστος, hard to test
δυσδοκίμαστος [ῐ], ον,
- hard to test, τῇ γεύσει Dsc. 3.82.
difícilmente identificable, poco reconocible
δ. ... τῇ γεύσει λαμβανόμενος
δυσ·δοκίμαστος, ος, ον [ῐ] difficile à éprouver, Diosc. 3, 96.
Étym. δ. δοκιμάζω.
δυσδοκίμαστος, schwer zu prüfen.