δυσθήρευτος
δυσθήρευτος, hard to catch
δυσ-θήρευτος, ον, = foreg., Pl. Sph. 218d, 261a.
1 difícil de cazar Sch.Opp.H.2.166
• subst. τὸ δ. dificultad para la captura
ὥσπερ αἱ σηπίαι τὸ δ. ἐκ τοῦ σκοτεινοῦ ποριζόμενος
2 fig. difícil de captar o definir
τὸ τοῦ σοφιστοῦ γένος
δυσ·θήρευτος, ος, ον, c. le préc. Plat. Soph. 218d (var. -θήρατος) ; 261a.
Étym. δ. θηρεύω.
δυσθήρευτος, schwer zu jagen, zu fangen, Plat. Soph. 261a.