δύσθηρος
δύσθηρος, having bad sport
δύσ-θηρος, ον,
- having bad sport, Opp. H. 3.431, Poll. 5.13.
que no obtiene presas, e.d. infructuoso
πόνος
ἄγρα
δύσ·θηρος, ος, ον, malheureux à la chasse, Opp. H. 3, 431.
Étym. δ. θήρα.
δύσθηρος, unglücklich auf der Jagd, πόνος Opp. H. 3.431.