δυσκρατής
δυσ-κρᾰτής, ές,
- = sq., δυσκρατέστατον πάντων ὁ λόγος Stob. 3.33.10.
difícil de dominar
δυσκρατέστατον γὰρ πάντων ὁ λόγος
δυσ·κρατής, ής, ές [ᾰ] difficile à gouverner, Plut. (Stob. Fl. 33, 10) au sup. -έστατος.
Étym. δ. κράτος.
δυσκρατής, ές, schwer zu beherrschen ; δυσκρατέστατον ὁ λόγος Zeno Stob. fl. 33.10.