δυσκωφία
δυσκωφία, deafness
δυσ-κωφία, ἡ,
- deafness, Dsc. Eup. 1.61.
sordera
δυσκωφίας δὲ θεραπεύει χρονίας χαλκοῦ ἄνθος
δυσκωφία, ας (ἡ) surdité complète, Diosc. Eup. 1, 64.
Étym. δύσκωφος.
δυσκωφία, deafness
sordera
δυσκωφίας δὲ θεραπεύει χρονίας χαλκοῦ ἄνθος