δυσκρίσιμος Save LSJ DGE δυσ-κρίσιμος [κρῐ], ον, = sq., Sch. Hp. 2.272 D. δυσκρίσιμος -ον difícil de discernir δ. διὰ τὴν ὥραν (ἡ κατάστασις τῆς νόσου) op. ταχυκρίσιμος Sch.Hp.2.272.