δύσκτητος
δύσκτητος, hard to come by
δύσ-κτητος, ον,
- hard to come by, πραγματεία Plb. 3.32.1; τἀγαθόν Phld. Herc. 1251.4 (dub.).
difícil de adquirir
ἡμῖν δ' [ἄκ]τητον ἢ δ[ύσ]κτητον ε[ἶναι] τἀγαθόν
δύσ·κτητος, ος, ον, difficile à acquérir, Pol. 3, 32, 1 ; Clém. 3, 621 Migne.
Étym. δ. κτάομαι.
δύσκτητος, schwer zu erwerben, Pol. 3.32.1.