δυσουρικός
δῠσουρ-ικός, ή, όν: πάθος δ.,
- = δυσουρία, f.l. in Cic. Fam. 7.26.
δυσουρικός, ή, όν [ῠ] qui concerne les rétentions d’urine, Cic. Fam. 7, 26 var.
Étym. δυσουρία.
δυσουρικός, ή, όν, zum Harnzwang gehörig, πάθη Cic. Fam. 7.20.