δύσπεπτος
δύσπεπτος, hard to digest
- hard to digest, Arist. GA 776a12, al., Nicom.Com. 1.31, Dsc. 1.125; refusing to be assimilated, Pl. Ti. 83a.
- 2 unripe, v.l. ap.Sch. in Nic. Al. 297.
I
1 fisiol. de cocción difícil ref. humores en el organismo, Pl.Ti.83a
ἰκμάς
• inmaduro, poco formado o sin formar
νούσῳ δαμναμένη δύσπεπτον ὑπὲκ γόνον ἔκχεε γαίῃ
2 medic. indigesto, que se digiere mal
βοὸς κρέα ἰσχυρὰ ... καὶ δύσπεπτα
μῆλα γλυκέα
αἱ ῥίζαι πᾶσαι
βρώματα
τῇ τῶν νοσούντων διαίτῃ ... τὰ εὔπεπτα καὶ δύσπεπτα
κάρυα βασιλικά
αἱ ῥεφανῖδες
τὸ ὄσπριον
παχύχυμον ἔδεσμα ... καὶ δύσπεπτον ... ἅπας ἐγκέφαλος
ζῴων ὄρχεις
τὰ ... ὑγρά
ὁ δὲ μέλας (οἶνος)
κεράτια
II adv. -ως sin cocción, en crudo
τὰ ... χλωρὰ φύλλα καὶ τὰ φλεγμαίνοντα μόρια δ. ὀνίνησιν ἔξωθεν καταπλασσόμενα
2) unreif, Nic. Al. 297, γόνος, vom nicht ausgebrüteten Ei.