δυσπιστία
δυσπιστία, disbelief
δυσ-πιστία, ἡ,
- disbelief, Aët. 7.118.
incredulidad, desconfianza
δυσπιστίαν γὰρ τοῖς ἀκούουσι ἐμποιεῖ
• falta de fe, dificultad para creer en la fe cristiana
ἡ δ. ἕξις δυσπαράδεκτος πίστεως
οὐ ... πᾶσιν Ἕλλησιν δυσπιστίαν ἐγκαλεῖν ἔστιν
δυσπιστία, ας (ἡ) incrédulité, Clém. Str. 2, 444.
Étym. δύσπιστος.
δυσπιστία, Schwergläubigkeit, Mißtrauen, K.S.