δυσπινής
δυσπινής, squalid
δυσ-πῐνής, ές,
- squalid, στολαί S. OC 1597, cf. Ar. Ach. 426.
sucio, mugriento, cochambroso
στολαί
πεπλώματα
τραχὺς τὸ εἶδος καὶ δ. τὴν ἐσθῆτα
• subst. τὰ δυσπινῆ harapos Poll.4.117.
δυσ·πινής, ής, ές [ῐ] sale, sordide, Soph. O.C. 1597 ; Ar. Ach. 426.
Étym. δ. πίνος.
δυσπινής, ές, sehr schmutzig ; Soph. O.C. 1593 ; πεπλώματα Ar. Ach. 426 ; Sp.
δυσπινής
δυσ-πῐνής, ές
πίνος
- squalid, Soph.