δυσπεραίωτος Save LSJ DGE Pape δυσ-περαίωτος, ον, = sq., ποταμός Ps.-Callisth. 3.10. δυσπεραίωτος -ον difícil de vadear ποταμός Pall.Gent.Ind.1.14. δυσπεραίωτος, = δυσπέρατος, Sp.