εὐδιαίτητος
εὐδιαίτητος, easy to decide
εὐδῐαίτητος, ον,
- easy to decide, Str. 8.1.1, Gal. 2.881.
εὐ·διαίτητος, ος, ον, facile à décider, Str. 332 ; Gal. 5, 361f.
Étym. εὖ, διαιτάω.
εὐδιαίτητος, leicht zu entscheiden, Strab. VIII p. 332.