εὐδιακόσμητος
εὐδιακόσμητος, easy to arrange
εὐδια-κόσμητος, ον,
- easy to arrange, Plb. 8.34.9.
εὐ·διακόσμητος, ος, ον [ᾰ] facile à mettre en ordre, Pol. 8, 36, 9.
Étym. εὖ, διακοσμέω.
εὐδιακόσμητος, gut, leicht zu ordnen, Pol. 8.36.9.